
Μάρκος Βαμβακάρης
Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν διάσημος ρεμπέτης, που τραγουδούσε, έγραφε μουσική, στίχους και ηχογράφησε τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Τα τραγούδια του έμειναν στην ιστορία και αγαπήθηκαν πολύ.
Γεννήθηκε το 1905 στη Σύρο από καθολικούς γονείς. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και οι γονείς του ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες για να μπορέσουν να βιοποριστούν. Η επαφή του με τη μουσική ξεκινά από πολύ μικρή ηλικία. Ο παππούς του γράφει στίχους και ο πατέρας του παίζει γκάιντα σε διάφορα μαγαζιά. Ο ίδιος τον ακολουθεί παίζοντας τύμπανο, προσπαθώντας να κερδίσουν χρήματα. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν ο πατέρας του καλείται να παρουσιαστεί στον στρατό. Ο Μάρκος τότε εγκαταλείπει το Δημοτικό και κάνει διάφορες δουλειές του ποδιού (χασάπης, οπωροπώλης, λούστρος, εφημεριδοπώλης) για να ενισχύσει το οικογενειακό εισόδημα.
Σε ηλικία 12 ετών εγκαταλείπει το νησί του και πηγαίνει στον Πειραιά. Μένει στα Ταμπούρια και εργάζεται ως λιμενεργάτης, ανθρακεργάτης και εκδορέας στα σφαγεία. Εκεί έρχεται σε επαφή με τους ανθρώπους του περιθωρίου που συχνάζουν στο λιμάνι αλλά και στους τεκέδες και γίνεται ένας από αυτούς. Το 1924 ακούει τον Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι και εντυπωσιάζεται. Ο ίδιος γράφει στην αυτοβιογραφία του πως ορκίστηκε ότι, αν δε μάθαινε μπουζούκι, θα έκοβε τα χέρια του. Έτσι, μαθαίνει να παίζει μόνος του μπουζούκι σε έξι μήνες.
Μέχρι το 1933 είχε γράψει περίπου 50 τραγούδια όμως ακόμη δεν είχε ηχογραφήσει κάποιον δίσκο. Ο πρώτος του δίσκος, που ηχογραφείται τη χρονιά εκείνη από την Odeon, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.
Το 1935 δημιουργεί το μουσικό σχήμα "Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς". Το σχήμα απαρτίζεται από τον ίδιο, τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά. Κάνουν εμφανίσεις σε διάφορα μαγαζιά και επικρατεί το αδιαχώρητο. Η επιτυχία τους είναι τόσο μεγάλη που οδηγεί κι άλλα μουσικά σχήματα με μπουζούκια να ξεκινήσουν να παίζουν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Εκείνη την περίοδο ανοίγει το κέντρο διασκέδασης "Μάρκος" στα Άσπρα Χώματα, όμως η αστυνομία του το κλείνει μετά από λίγο καιρό επειδή λειτουργεί χωρίς άδεια. Καταφεύγει στη Σύρο -μετά από 20 χρόνια απουσίας- μαζί με τον Μπάτη, και για δύο μήνες παίζουν εκεί μουσική. Γράφει τη Φραγκοσυριανή, εμπνεόμενος από μια όμορφη κοπέλα που βλέπει.
Επιστρέφει στην Αθήνα και ξεκινά να εμφανίζεται στο νυχτερινό κέντρο Βοτανικός. Ηχογραφεί πληθώρα τραγουδιών και κάνει περιοδεία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος ανακόπτει την πορεία του. Γράφει τραγούδια επηρεασμένα από την πολιτική κατάσταση, τα οποία όμως δεν ηχογραφούνται, λόγω της λογοκρισίας που επιβάλλει η Δικτατορία του Μεταξά. Το 1942 παντρεύεται τη δεύτερη γυναίκα του, τη Βαγγελιώ, με την οποία αποκτά 3 γιους.
Μετά τον πόλεμο ξεκινά πάλι τις ηχογραφήσεις. Κάποια από τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι Τα ματόκλαδα σου Λάμπουν, Το Μινόρε της Αυγής, Αντιλαλούν οι φυλακές, Άτακτη, Οι Πρωθυπουργοί, Ρίξε Τσιγγάνα τα Χαρτιά, Χαράματα η ώρα τρεις, Νόστιμο τρελό μικρό μου, Τα ζηλιάρικά σου μάτια. Το 1954 αναγκάζεται να σταματήσει να παίζει μουσική γιατί παθαίνει βαριάς μορφή αρθρίτιδα. Για την επόμενη πενταετία εγκαταλείπει τους καλλιτεχνικούς κύκλους και αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Το 1959 επανέρχεται στο προσκήνιο με τη βοήθεια του Τσιτσάνη και ηχογραφεί έναν δίσκο με 7 τραγούδια στην Columbia.
Μια δεύτερη εποχή καταξίωσης ξεκινά για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Εμφανίζεται σε μπουάτ, στην τηλεόραση, σε κέντρα διασκέδασης και δίνει συναυλίες σε διάφορες πόλεις. Ηχογραφεί δίσκους με επανεκτελέσεις παλαιότερων τραγουδιών του και του ζητούν να συγγράψουν την αυτοβιογραφία του. Φεύγει από τη ζωή το 1972 σε ηλικία 66 ετών.




